γομφωτικός

γομφ-ωτικός, ή, όν,
A of or fastening with nails: ἡ -κή (sc. τέχνη), the jomer's art, carpentry, Pl.Plt.280d.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • γομφωτικός — γομφωτικός, ή, όν (Α) 1. ο σχετικός με τη στερέωση με καρφιά ή πασσάλους 2. το θηλ. ως ουσ. η γομφωτική η ξυλουργία …   Dictionary of Greek

  • γομφωτικῆς — γομφωτικός of fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γομφωτική — γομφωτικός of fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.